Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

Το Πανηγύρι του Άι Λύπιου το '60

Η νόνα μου η Μπάμπαινα (γυναίκα του Μπάμπη τση Γάτας) και μερικά από τα παιδία τους.
Αριστερά, κουστουμάδος, ο Γιώργος. Ο μεγαλύτερος γιος του Μπάμπη, από τον πρώτο γάμο του. Παραδίπλα η γυναίκα του κρατάει αγκαλιά την κόρη τους.

Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στο πανηγύρι του Άη Λύπιου, το 1965.

Σάββατο, 10 Απριλίου 2010

Και του χρόνου αντεταδόροι!


Ο Μπάμπης τση Γάτας και η Μπάμπαινα, μαζί με τα 7 από τα 8 παιδία τους, στις Παράγκες της Παναγούλας. Η φωτογραφία τραβήχτηκε το 1962, για το βιβλιάριο της Πρόνοιας.



Τούτο το Πάσχα, το φετινό, ήταν εντελώς διαφορετικό από όσα μπορώ να θυμηθώ τα 34 χρόνια της ζωής μου. Τα αντέτια κρατήθηκαν αλλά μακριά από το σπίτι των νόνων στο Ψήλωμα αφού η νόνα πέθανε τον περασμένο Φλεβάρη.

Έτσι, ούτε κουλούρια ζυμώσαμε στη σκάφη, ούτε αυγά εβάψαμε με βαφές ρούχων στις μεγάλες κατσαρόλες που κάποτε τάιζαν πάνω από δέκα νοματαίους, ούτε σγατζέτα πλύναμε στις αυλές το γύρω από το λυόμενο. Η κάθε μία οικογένεια έκαμε τα χρειαζούμενα στο δικό της σπιτικό, ορισμένες δε δεν εκάμανε τίποτα, για το κορέτο. Κι όλα ετούτα ήταν ένας ετεροχρονισμένος μα βίαιος απογαλακτισμός αφού όλοι γνωρίζουμε πως μια μέρα θα τελειώσει η ζωή αλλά ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι προετοιμασμένος εντελώς για το "μοιραίο".

Ο θάνατος τση νόνας, έφερε πιο κοντά τους ζωντανούς, όπως γίνεται συνήθως στις φαμίλιες. Πλέον συναντιόμαστε πιο συχνά στο Ψήλωμα, για καφέ, για φαγητό, για κουβέντα αλλά κυρίως για να διατηρούμε την αίσθηση πως αν και οι γονείς έφυγαν, το σπίτι παραμένει ζωντανό από τα τόσα παιδία, τα τόσα περισσότερα εγγόνια και τα λίγα, μέχρι στιγμής, δισέγγονα. Να εξομολογηθώ με την ευκαιρία, πως ετούτες οι συναντήσεις έχουν βγάλει στην επιφάνεια και πολλά κρυμμένα ταλέντα του σογιού, που θέλοντας να ξεπεράσουν τη θλίψη, σκάρωσαν στιχάκια, για να τσιγκλήσουν ο ένας τον άλλονε, με μεγάλη επιτυχία!


Κι εγώ σήμερα, δεν έχω καμία ιστορία να γράψω για τον Άγιο Λύπιο. Νοιώθω πως τα έχω πει ούλα, πως σας τα έχω γράψει ούλα. Τα τελευταία χρόνια, όλο και έκλεβα καμία ιστορία από τη νόνα και τηνε ποστάριζα, εφέτος δεν πρόλαβα. Σίγουρα θα μπορούσα να πάρω κουβέντες από τα παιδία αλλά δεν θέλησα, και να με συμπαθάτε γι' αυτό.


Το μόνο που μου έρχεται στο μυαλό, επισκιάζοντας όλα τα υπόλοιπα, είναι εκειό που μου 'χε πει η συχωρεμένη, πως μία χρονιά τους έβρεξε και σχόλασε το πανηγύρι αμπονόρα. Δεν προκάμανε να πουλήσουνε ούτε ένα μπουκούνι ψητό κι αυτό ήταν μεγάλη αβαρία. Η νόνα μου έβριζε θεούς και δαίμονες, ο νόνος μου ήταν φαρμάκι μα της έλεγε να σωπάσει και τα παιδία, τα μεγαλύτερα, εκλαίγανε, για τη ζημία. Ετρώανε αρνί, μία βδομάδα!


Έτσι, φίλε Βερτζάγια, συμμερίζομαι την αγωνία σου κάθε χρόνο, μη πα' και βρέξει και δεν γενεί το πανηγύρι. Ψητά δεν έχεις εσύ να δώκεις, για να φοβάσαι μη σου μείνουνε απούλητα αλλά έχεις μια άλλη αποστολή, ένα τάμα σα να λέμε, να διατηρήσεις εφτούνο το αντέτι, που μαζί με λιγοστά ακόμα, είναι η μόνη σύνδεση που έχουμε οι νεοζακυθινοί με εκειές τις παλαιές, τις χρυσές μέρες.


Ελπίζω αύριο, ο ήλιος να συμπαρασταθεί στην προσπάθεια ετούτη κι εμείς θα είμαστε εκεί, από κοντά, να κάμουμε ό,τι μπορούμε.


Και του χρόνου!

Dana Semitecolo


Σημείωση: Είχα βρει κάποιες φωτογραφίες τελευταία, στο σπίτι τση νόνας, από το πανηγύρι, τα χρόνια που ακόμα έψενε ο νόνος μου εκεί αλλά είναι αδύνατον να τις ανεβάσω, για καθαρά τεχνικούς λόγους. Λυπάμαι πολύ γι' αυτό. Ευελπιστώ σύντομα να μπορέσω να το κάνω.

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Ραντεβού και φέτος.

Μια «συνάντηση» στον Άγιο Λύπιο




Κ’ εδώ, τραβώντας κάποιος για το Καλητέρο και το μετόχι του Αγίου, φίλος-προσκυνητής απλός της Φύσης, της Ποίησης και των (όποιων) πνευμάτων, φέρνει στον νου και στην καρδιά τη μορφή (το «προσωπείο») και τον λόγο, τον θαυμαστά λυρικοσατιρικό, του Διονυσίου Σολωμού, του αυστηρού κριτή-ιδεαλιστή κ’ αισθαντικού «εγκάτοικου» στο πάλλευκο ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου, έχοντας αθανατίσει τον χώρο ή το τοπίο του ως «σημείο» υποβλητικό, ρεαλιστικής και συμβολικής σημασίας ή διάστασης.
Και «συναντάμε» τον Ποιητή της Φαρμακωμένης και των Ελεύθερων Πολιορκημένων και τον ακούμε καθαρά να ονοματίζει της «αλυπίας» τον Άγιο τρεις φορές (όχι τυχαία) στο πρώτο κεφάλαιο της περίτεχνης Γυναίκας της Ζάκυθος, γράφοντας τα εξής:
«Εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος, εγκάτοικος στο ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου, είπα να περιγράψω ό,τι στοχάζουμαι λέγω:
Ό,τι εγύριζα από το μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου, όπου είχα πάει για να μιλήσω με έναν καλόγερο για κάτι υπόθεσες ψυχικές,
Και ήτανε καλοκαίρι, και ήταν η ώρα οπού θολώνουνε τα νερά, και είχα φθάσει στα Τρία πηγάδια, και ήταν εκεί τριγύρου η γη όλο νερά […]

2. Και είδα πως ελάμπανε από πάνου μου όλα τ’ άστρα, και εξάνοιξα την Αλετροπόδα, οπού με ευφραίνει πολύ.
Και εβιάστηκα να κινήσω για το ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου, γιατί είδα πως εχασομέρησα, και ήθελα να φθάσω για να περιγράψω τη γυναίκα της Ζάκυθος.

3. Έτσι εγώ έφθασα στο κελί του Αγίου Λύπιου παρηγορημένος από τες μυρωδίες του κάμπου, από τα γλυκότρεχα νερά και από τον αστρόβολον ουρανό, ο οποίος εφαινότουνα αποπάνου από το κεφάλι μου μία Ανάσταση.»
~•~

ΕΤΣΙ, μυστήρια και άρρηκτα, δένονται η ομορφιά, η αρμονία και η υποβλητική απλότητα του γύρω από τον Άγιο Λύπιο χώρου με το πνεύμα και την ψυχή, με τον «κόσμο» του μοναχικού και άγρυπνου Διονυσίου Σολωμού, με τον απέριττο (βιβλικής χροιάς) εξομολογητικό και καταγγελτικό του λόγο στη διαχρονικά «παρούσα» Γυναίκα της Ζάκυθος. Μ’ έναν τρόπο δηλ., που συνδυάζει ή συσχετίζει καίρια και εκφραστικά το θρησκευτικο-πατριωτικό στοιχείο με το έντονα φυσιολατρικό, το εξωτερικό-αντικειμενικό με το ατομικό-διαπροσωπικό, το ρεαλιστικό με το ψυχοπνευματικό (μεταφυσικό). Και ακόμη, το στοιχείο της αναζήτησης ή της διαπίστωσης του Δίκαιου και του Άδικου, της Ομορφιάς και της Ασχήμιας, της Καλοσύνης και της Κακίας, του υλικού και του άυλου, του αγγελικού και του διαβολικού κ.λ.π.
Και όλ’ αυτά, για να φανερωθεί από τον ανθρωπογνώστη και μύστη-Ποιητή η αλήθεια για τις πληγές και για τα θαύματα του κόσμου, καθώς και η παρήγορη μεταμορφωτική-αναστατική δύναμη της ζωής και της ύπαρξης, ακόμη και μέσα από ένα μικρής έκτασης μα γραφικό κ’ ελκυστικό τοπίο ή κομμάτι γης ζακυνθινής). Αυτό, που μπορεί για πολλούς να συνδέεται με το εκεί λαϊκό πανηγύρι της Κυριακής του Θωμά (ευχάριστο σε καιρούς αλλοτινούς αλλά παρακμασμένο -όπως τόσα και τόσα- στην αλλοτριωτική εποχή μας), μα που χάρη στον εμπνευσμένο και ηδύσημο λόγο του Σολωμού παραμένει εσαεί και σημείο αναφοράς για τη αίσθηση μίας Ανάστασης, βασισμένης στον σεβασμό προς τις ανθρώπινες αξίες και τα δωρήματα της φύσης. Αυτά ακριβώς, που παρηγόρησαν, σε ώρες λύπης περισσής, και τον Ιερομόναχο Διονύσιο (Σολωμό) στο ξωκλήσι ή στο κελί του Αγίου Λύπιου, σ’ ένα τοπίο αναγεννησιακής ή ρομαντικής απεικόνισης, όπως τότε ο Ποιητής το «είδε» και το έζησε (σαν μια «υπόθεση ψυχική» κι αυτό), με «μυρωδίες του κάμπου», με «γλυκότρεχα νερά» και «αστρόβολον ουρανό».

ΜΑΚΑΡΙ κ’ εμείς -και οι επόμενοι- να δούμε και να νιώσουμε, μέσα από την προσπάθεια και τη «συνάντηση» κάποιων σύγχρονων ρομαντικών για αναβίωση ενός ιστορικού πανηγυριού, εκεί στο Καλητέρο και στα λιόφυτα του Άι-Λύπιου, να επιβιώνει -και να παρηγορεί βαθύτερα- «κάτι», λίγο έστω, από αυτήν την ομορφιά της Φύσης, από τ’ ανθεκτικά και ανόθευτα του λαού μας στοιχεία κι από τα «μιλήματα» των Ποιητών μας, όπως αυτά τ’ ανεπανάληπτα του θαυμαστού ή του θαυματουργού «εγκάτοικου» και οραματιστή, στον κάποτε τόσο «ζωντανό» Άγιο Λύπιο, Διονυσίου Σολωμού.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΕΡΡΑΣ
Απρίλης 2006

Πέμπτη, 8 Απριλίου 2010

...



στο μαγευτικό ελαιώνα του αγίου λύπιου (έτσι γράφει η πρόσκληση σε event στο facebook), θα μαζευτούν πολλοί φέτος, κυρίως νέοι και νέες, την κυριακή του θωμά

γονείς που ονειρεύονται για τα παιδιά τους, θα τα πάρουν μαζί να στρώσουν κατάχαμα το γιορτινό τραπέζι, πάνω στα αγριολούλουδα, στη σκιά των πελώριων ελαιόδεντρων που επιβίωσαν (φωναχτή παραφωνία) στο τσιμεντοκρατούμενο πρώην φιόρο του λεβάντε

ποιος το επιτρέπει; να κοπούνε άμεσα, χαλάει η ομοιομορφία του τοπίου!

θα έρθουνε και παλιοί να θυμηθούν τη μόνη τους πατρίδα, την παιδική τους ηλικία

σε μια σκιά των περίεργων δέντρων ο Ποιητής κουβεντιάζει με έναν ιερωμένο

τα παι διά τριγύρω, οι νέες και οι νέοι τον κάνουν χαρούμενο

οι μπετονιέρες που πλησιάζουνε απειλητικά τον τρομάζουν



.