Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

Τη Κυριακή, θα πάμε στον Αϊ Λύπιο!

Στην εθιμοτυπική επίσκεψη στο σπίτι των θείων, απόγευμα Κυριακής του Πάσχα, συνάντησα τη νόνα μου μετά από κάμποσες μέρες. Χαρούμενη ανάμεσα σε κάποια από τα παιδία της, τα εγγόνια της μα και τα δισέγγονά της, ίδια και απαράλαχτη εδώ και κάμποσα χρόνια. Λες και ο άνθρωπος, όταν γεράσει, μένει στάσιμος. Δεν αλλάζει πια.

Ευχαριστημένη που έζησε άλλο ένα Πάσχα, έκανε το σταυρό της κι έλεγε "Δόξα συ ο Θέος! Να μ'αξιώσει και του χρόνου..." Άλλες φορές πάλι, μας λέει ότι βαρέθηκε να ζει 85 χρόνια και πως θα ήθελε να πεθάνει, να πάει να βρει τον άντρα της, τον Μπάμπη. Συχνά την πειράζουμε και της λέμε πως δεν τον αφήνει ούτε πεθαμένο να ησυχάσει. Θα πάει να τον βρει για να του κάμει φαωμάρα, όπως όταν ζούσε. Κι αυτή, μια γελάει και μια θυμώνει με τα πειράγματά μας.

Βρήκα ευκαιρία να την "ξεμοναχιάσω" αφού προσφέρθηκα να την γυρίσω εγώ στο σπίτι της στο Ψήλωμα, το βραδάκι. Στη μισή διαδρομή μου ευχόταν "του Χριστού τα καλά". Στην υπόλοιπη διαδρομή, προσπάθησα να της αποσπάσω κι άλλες πληροφορίες για το πανηγύρι του Αϊ Λύπιου, που θα γίνει κι εφέτος τη Κυριακή του Θωμά.

"Τι με σταυρώνεις πάλι με τον Αϊ Λύπιο; Ούλα στα 'χω 'πωμένα!", μου φώναξε ενώ επέμενα να μου πει καμία ιστορία παλαιή από αυτή τη μέρα. "Πέσμου εσύ κι έννοια σου, θα έρθω να σε πάρω να πάμε αντάμα στο πανηγύρι!", της απάντησα μήπως και την πείσω.

"Ωωωω όλο να με σταυρώνετε θέλετε! Όπως με σταυρώνανε κι εκειά τα γλυκιάρικα τα παιδία μου όταν ήτουνα μικρουλάκια. Ούλα τα σέρναμε μαζί μας στον Αϊ Λύπιο. Σάμπως είχα πουθενά να τα αφήσω; Κι ήτανε χρεία, παιδάκι μου, να βοηθήσω το νόνο σου που έψενε. Τον μικρώνε, μωρό τον είχα μία φορά και του είχα βάλει ένα ωραίο φορεματάκι, που του το είχα πλεμένο εγώ. Απάνου στη παγκάδα το είχα ούλη μέρα.

Βλέπεις εκειές οι γαϊδούρες οι κόρες μου οι μεγάλες, εγκομενίζανε κι όλο τσι έχανα όποτε τσι χρειαζόμουνα. Εκεί που επαρισιαζότουνα η μία, νάσου έχανα την άλλη. Η μάνα σου 15 χρωνόνε, εγύρναε με τον πατέρα σου εκεί χάμου κι εκειός τση μάζωνε κοκοράκια. Εφτά πριν τα φτιάξουνε! Και μία άλλη φορά, την έβαλε οπίσω στο ποδήλατο να τηνε πάει βόρτα και μου την έφερε πίσω μπουκουνιασμένη! Τση πήρε το πόδι η αντένα τση ρόδας και τση φαε τη φτέρνα. Κι ο νόνος σου εψηνότουνα απάνου τσι φωτίες για να βγάλει μία δραμή να μας ταΐσει, τόσα στόματα.

Ποίονε να προτοεκοίταγα να σε χαρώ; Το νόνο σου; Τσι κοπέλες; Τα μωρά; Με βουρλίσανε! Και τώρα, κάνετε ένα παιδί ούλο κι ούλο και βαρυγκομάτε πως δεν αντέχετε από τη κούραση. Ορέ ξύλο που θέλτε! Κι εσύ κυρά μου, κοίτα να κάμεις κι άλλο παιδί γιατί θα τονε καταστρέψεις το γιο σου άμα τον αφήκεις μοναχό του. Τι περιμένεις; Να σε φωτίσει ο Άγιος Λύπιος;;;

Το λοιπόνε, τι ώρα θα 'ρθεις να με πάρεις τη Κυριακή; Να 'μαι έτοιμη!", τέλειωσε τη κουβέντα της και της απάντησα χαμογελαστή:

"Με' τσι δώδεκα ώρες νόνα, να 'σαι ντι πιου!"